Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΕΓΙΝΑΝ



Η ηθική πολιτεία του χριστιανού δεν άλλαξε από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα και όπως φαίνεται ούτε πρόκειται να αλλάξει, πέρα από την ηθική του συμπεριφορά που αναπόφευκτα μεταβάλει ο χρόνος και οι συνήθειες της εποχής.
Ο 21ος αιώνας φαίνεται να έχει δύο πρόσωπα, το ένα από τα οποία είναι η παρακμή. Το ίδιο ήταν και ο 20ος αιώνας, όπως και οι άλλοι. Λες και από το μεσαίωνα, για μερικούς ανθρώπους, τίποτε δεν άλλαξε. Ζώντας με ψευδαισθήσεις οι ίδιοι θεοί εξουσιάζουν. Ο ανειρήνευτος πόλεμος του Καλού και του Κακού μαίνεται. Θεοί, ιερείς, δαίμονες και δαιμονολόγοι, βρίσκονται αμετακίνητοι στις θέσεις τους. Κανένας δεν έχασε την αίγλη του. Ο διάβολος συνέχισε τα προσκόμματα και ο θεός, ακατανόητα, τον ανέχεται! Ακατανόητος και ο άνθρωπος που δέχεται μία τέτοια λογική.
Πίσω από το διυστικό σφιχταγκάλιασμα του καλού και του κακού, σαν τις δύο όψεις της ζωής που αέναα παλεύουν, η μάχη ανάμεσα στο θεό και το διάβολο δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Απεναντίας μάλιστα, ο άνθρωπος κυβερνημένος από το δέος του υπερφυσικού συνεχίζει να υποκλείνεται στη δεισιδαιμονία και την άγνοια, το φόβο και την «ουτοπική ελπίδα», ανατροφοδοτώντας τη συνείδηση του με σκουπίδια και τη φαντασία του με οντότητες απατηλές και εξώκοσμες.
Η Εκκλησία γέννησε τη δεισιδαιμονία, το διάβολο και τη διαβολιά, εκκολάπτοντας το φόβο και την ελπίδα, σαν κολόνες πάνω στις οποίες στήριξε ολόκληρο το οικοδόμημα της Σωτηριολογίας και της ηθικής της. Ο φόβος που αποτρέπει από το κακό και η ελπίδα που γεννά την προσδοκία της σωτηρίας έχουν τον ίδιο στόχο. Να θεμελιώσουν την ιδέα και τη λογική του πιστού στην ιδέα της ανταμοιβής και της τιμωρίας. «Όσοι τα πιστεύουν αναγκάζονται να γίνουν καλύτεροι» γράφει ο Τερτυλλιανός «με το φόβο της αιώνιας ποινής και την ελπίδα της αιώνιας αναψυχής».[i]
Ο φόβος παραπέμπει στην τιμωρία και η ελπίδα προσδοκώντας τη σωτηρία, σαν ανταμοιβή των πράξεων του πιστού, δείχνει την απαλλαγή και τη λύτρωση από τη φοβερή κατάσταση της πτώσης του ανθρώπου.[ii]
Θεωρώντας την «πεπτωκυία» φύση του ανθρώπου κληρονομική, η προδιάθεση της αμαρτίας είναι έμφυτη, ενώ η σωτηρία του ακατόρθωτη χωρίς τη λυτρωτική χάρη του Χριστού. Έτσι, στο χριστιανισμό, η Σωτηριολογία γίνεται συστατικό μέρος της χριστολογίας και η τιμωρία και η ανταμοιβή κριτήριο, που σαν πλαίσιο αναφοράς, θα καθορίσει την ηθική συμπεριφορά του πιστού. Τέτοια κριτήρια όμως, αντί να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην αρετή, την αξιοσύνη και σε πράξεις επαινετές και ωφέλιμες για το κοινωνικό σύνολο, τον ξεστράτισαν. Απομακρύνθηκε από τον ιδανικό «ενάρετο πολίτη του κράτους» που διακαώς επιθυμούσε η ηθική του Αρχαίου Κόσμου.
Οι θεμελιακές αρετές του χριστιανισμού, η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη, ανταποκρίνονται περισσότερο στο άτομο παρά στο σύνολο. Αποσκοπούν κυρίως στη «σωτηρία της ψυχής». Οι πρώτες δύο αφορούν το άτομο και τη λυτρωτική του πορεία. Η αγάπη, μπορεί να αφορά αλλήλους, όμως μόνο όταν αυτή απευθύνεται σε ομόθρησκους. Η ιστορία δεν μπορεί να μας πείσει για το αντίθετο. Η ηθική συμπεριφορά του χριστιανού απέναντι στους «έξωθεν» και «θύραθεν», απέναντι στους αιρετικούς χριστιανούς, απέναντι στους νοητικά διχασμένους ή εκείνους που οι ίδιοι, με την αγγελολογία τους παραπλάνησαν σε κείνο τον αρρωστημένο δαιμονικό ψυχόκοσμο, μόνο αγάπη δε δείχνει.
Οι θανατώσεις και οι βασανισμοί, το λιντσάρισμα των ιερέων και οι εξορίες των φιλοσόφων, οι λεηλασίες των ιερών και οι πυρπολήσεις των βιβλιοθηκών που χαρακτηρίζονταν από τους χριστιανούς «κιβωτοί δαιμονικής γνώσης» μόνο αγάπη δε δείχνουν. [iii]
Οι διώξεις των αιρετικών ποτέ δε σταμάτησαν. Το ίδιο ίσχυσε και για τους πιστούς των αρχαίων θρησκειών. Τα βασανιστήρια και οι θανατώσεις έφτασαν σχεδόν στις μέρες μας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσβαλλόταν, τα θύματα διαπομπεύονταν, εκτυφλώνονταν, ακρωτηριάζονταν και πέθαιναν βάναυσα, ουρλιάζοντας από φριχτούς πόνους. Στη Δύση καίγονταν ζωντανοί ή τεμαχίζονταν σε λωρίδες από τον τροχό. Στην κυριολεξία αλέθονταν, μετατρέποντας το σώμα τους σε κιμά!
Φρενοβλαβείς, υστερικοί και σχιζοειδείς ασθενείς, αναζητώντας ιατρική και ανθρώπινη φροντίδα, με μίσος μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου, βγάζοντας οι ιθύνοντες την οργή τους για το διάβολο και την αγάπη τους για το θεό. Τόσο θεία ήταν η πολύκροτη εκείνη αγάπη, που το αίμα των θυμάτων τους μετουσιωνόταν σε ένα είδος μυστικής κοινωνίας και λυτρωτικής συμπεριφοράς.
Σαν τους κανίβαλους που πίστευαν πως όσο πιο πολύ δάγκωναν και ξέσκιζαν το θύμα της θυσίας τόσο περισσότερο ευχαριστιόταν ο θεός. Σαν το παραδοσιακό τρόπο θυσίας των Κασίς της φυλής των Ασσάμ που έσπρωχναν «δύο ξύλινες βέργες από τα ρουθούνια του παιδιού ως πάνω στον εγκέφαλό του. Όσο περισσότερο αιμορραγούσε κι αγωνιούσε, τόσο ευχαριστιόταν ο θεός».[iv]
Πάντα ο άνθρωπος θυσίαζε το συνάνθρωπό του, και ιδιαίτερα ένα αγαπημένο του πρόσωπο, για να ευχαριστήσει το θεό. Αν κάποτε το τυπικό της θυσίας απαιτούσε το βασιλιά, μία παρθένα, ή ένα μικρό παιδί, οι πρώτοι γνωστικοί «θυσίασαν» τον ίδιο το Χριστό, ενώ αργότερα οι χριστιανοί ορίζοντας τους δικούς τους κανόνες, καθόρισαν ανάλογη ηθική συμπεριφορά, καταδικάζοντας το θύμα τους, σαν εκδήλωση λυτρωτικής συμπεριφοράς, δείχνοντας ταύτιση και αφοσίωση στον αγαπημένο τους θεό. Σαν τους Εβραίους που τάιζαν το θύμα τους για να το θυσιάσουν στις 13 του μήνα Αδάρ!
Ο Άρθουρ Καίσλερ κάνοντας λόγο για τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα[v] εναντίον των οποίων εξακοντίζονται τα κηρύγματα των ηθικολόγων, αναφέρεται στο όγδοο, το πιο θανατερό αμάρτημα, την υπέρβαση του Εγώ, που ο άνθρωπος φτάνει σε αυτή μέσω μιας κακοτοποθετημένης αφοσίωσης,[vi] που δεν αναφέρεται στον πιο πάνω κατάλογο και για την οποία ευθύνεται η ιδεολογική ταύτιση, όπως έχουμε πει και αλλού.
Ο αναγνώστης, που διάβασε προσεκτικά το βιβλίο μέχρι εδώ, εύκολα μπορεί να δώσει απάντηση, γιατί την υπέρβαση του εγώ την κάνει μόνο αυτός που υπερβατεί στο άγνωστο και στηρίζοντας στο δόγμα η πίστη του στο θεό γίνεται μονολιθική και αυστηρά απόλυτη. Χωρίς να δέχεται παρεκκλίσεις και περιστροφές, ο πιστός απορρίπτει την αμφιβολία και το σχετικό, λες και η κάπνα του λιβανιού του θολώνει το μυαλό!
Αναγνωρίζοντας την πίστη, σαν ένα σύνολο ιδεών και εννοιών στατικών δογμάτων και δομών, θεωρούμε τα δυναμικά πρότυπα εξέλιξης αδύνατα να εφαρμοστούν στη λογική της θεολογίας. Η αέναη μεταβολή του κόσμου μπορεί να αφήνει ανέγγιχτη την ιδέα του θεού, όμως η διερεύνηση της οπτικής και η εξέλιξη των ιδεών σίγουρα θα οδηγήσουν την ιδέα αυτή στην παρακμή και την αποσύνθεση. Είναι σίγουρο ότι, όλες γενικά οι θρησκείες, αργά ή γρήγορα, θα οδηγηθούν στην αφάνεια, γιατί πάσχουν από ακαμψία,[vii] αιτία που τις οδηγεί στην πολιτιστική κατάπτωση και αποσύνθεση.
Η ακαμψία αυτή εμφανίζεται σε όλες τις θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ακόμα και της ηθικής. Δεν υπάρχει απόλυτο καλό η απόλυτο κακό. Όπως έλεγε και ο Νίτσε «καλό και κακό είναι μόνο αυτό που ο άνθρωπος ονομάζει καλό ή κακό». Ο ανοιξιάτικος ήλιος είναι καλός γιατί δίνει ζωή στη φύση, ενώ ο ήλιος του καλοκαιριού, ιδιαίτερα όταν έχουμε καύσωνα, τόσο επιβλαβής που κατακαίει τη γη σκορπώντας το θάνατο. Όπως ακριβώς και το μαχαίρι με το οποίο κόβουμε ψωμί, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να γίνει όπλο θανατερό στα χέρια του δολοφόνου.
Δεν υπάρχει καλό και κακό, αλλά κάθε εκδήλωση μπορεί να είναι καλή και κακή σύμφωνα με τον τρόπο που εκδηλώνεται και το σκοπό που εξυπηρετεί.
Αν ο βάναυσος τρόπος θανάτωσης της παρθένας και του παιδιού κάποτε ευχαριστούσε το θεό γιατί τώρα, ο τελευταίος, άλλαξε συνήθειες;
Φυσικά, κανένας θεός δεν υπάρχει που να αλλάζει συνήθειες. Οι άνθρωποι αλλάζουν, σύμφωνα πάντα με τον τόπο και το χρόνο που ζουν και μαζί αλλάζει και η θρησκευτική συνήθεια παρά τη μονολιθικότητα των δογμάτων.
Τι υποκρισία κι’ αυτή!
Στην αλλαγή αυτή ακόμα και ο λόγος των ευαγγελίων φαίνεται ξεπερασμένος. Οι συμβουλές του Μάρκου, που δικαιολόγησαν φρικαλεότητες ακρωτηριασμών και θανατώσεων προς αποφυγήν της γέεννας του πυρός, φαίνονται τόσο άκαιρες και ξεπερασμένες σήμερα.[viii] Κανένα παράπτωμα όμως δε δικαιολογεί εκείνη τη βάναυση συμπεριφορά που είχαν, από τους πιστούς χριστιανούς, οι πατριάρχες Αναστάσιος και ο Κωνσταντίνος ο Β΄.
Η ηθική όχι μόνον του χριστιανού αλλά κάθε θρησκευτικής δοξασίας κυρίως στηρίζεται στο προσωπικό συμφέρον που εξυπηρετεί ένα σκοπό και γι αυτό τα θεμέλια της στηρίζονται στην υποκρισία και την ιδιοτέλεια.[ix]
Εκτός από τα αδενοτοξικά ξεσπάσματα του πιστού που οφείλονται στην ιδεολογική του ταύτιση με τη θρησκεία, η ηθική του διαμορφώνεται σύμφωνα με τους νόμους της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Η πρώτη μας οδηγεί στις «καλές» πράξεις και η δεύτερη μας αποτρέπει από τις «κακές».[x]
Η λογική αυτή του παζαρέματος είναι άκρως ιδιοτελής. Στο κέντρο της ηθικής της προτροπής δε βρίσκεται το σύνολο των ανθρώπων, αλλά το προσωπικό συμφέρον, το Εγώ.
Για το χριστιανό δεν υπάρχει καμιά ανιδιοτελής πράξη, ούτε ελευθερία, γιατί τα πάντα βρίσκονται κάτω από το άγρυπνο μάτι του θεού, που αποδίδει δικαιοσύνη σύμφωνα πάντα με τις πράξεις μας. Στο ένα βήμα στέκεται ο παράδεισος, στο άλλο η κόλαση. Η ανταμοιβή και η καταδίκη ακόμα και στη σκέψη! Η ηθική των χριστιανών προσηλωμένη στο αντάλλαγμα και την ιδιοτέλεια, βρίσκεται καταφανώς σε αντίθεση με το γενικό σύνολο και τους κανόνες της ολιστικής προσέγγισης.
Πηγή: Απόστολος Λυμπερίδης
«ΧΑΛΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου