Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΝΑ «ΑΓΝΩΣΤΟ» ΚΕΙΜΕΝΟ


«Δια να ομιλήση κανείς λογικά δι’ ένα ζήτημα ελληνικόν, είτε γλωσσικόν, είτε εθνικόν, είτε κοινωνικόν, ανάγκη να ανατρέξη εις το παρελθόν, να συμβουλευθή την Ιστορίαν. Και Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει…»
Το πρώτον βήμα
Α’. Δια να ομιλήση κανείς λογικά δι’ ένα ζήτημα ελληνικόν, είτε γλωσσικόν, είτε εθνικόν, είτε κοινωνικόν, ανάγκη να ανατρέξη εις το παρελθόν, να συμβουλευθή την Ιστορίαν. Και Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει. Δι’ αυτό βασιλεύει τοιαύτη σύγχυσις και σύγκρουσις ιδεών εις όλα ανεξαιρέτως τα ιδικά μας πράγματα. Και δεν ήτο δυνατόν να υπάρχη ακόμη. Διότι έως χθες η μεγαλειτέρα και σπουδαιοτέρα εποχή του παρελθόντος μας, η Βυζαντινή, το Κλειδί προς νόησιν της αρχαίας, προς νόησιν της τωρινής Ελλάδας, προς νόησιν Ελληνισμού και Έλληνος, το είχε βυθίσει η Ευρώπη εις απύθμενον βάθος βορβόρου. Υπάρχει λοιπόν μία Ιστορία, γραφείσα χωρίς το κλειδί αυτό, συρραφείσα από τας Ευρωπαϊκάς ιστορίας και γνώμας περί ημών, με ένα πνεύμα σχεδόν δουλικόν, με ένα πνεύμα μαθητικόν, το οποίο τρέμει τον ευρωπαίον δάσκαλον. Άνθρωπο, με πνεύμα εντελώς ελεύθερον δουλικών αισθημάτων προ του Ευρωπαίου, δεν επαρουσιάσθησαν εις την μελέτην της Ιστορίας. Άνθρωποι, με πύρινον πάθος έρωτος ριχθέντες εις την μελέτην της Ιστορίας, δεν εφάνησαν μέχρι τούδε.  Και οι φανέντες τοιούτοι κατέγιναν εις τας λεπτομερείας, αφωσιώθησαν εις τον πολυτιμώτατον φωτισμόν μιας ή άλλης εποχής. Ώστε ελληνική ιστορία δεν υπάρχει. Δεν κατηγορώ. Θέτω τα πράγματα. Και δεν ήτο δυνατόν να συμβή άλλως. Μέγιστον και δυσκολώτατον και υπεράνθρωπον ήτο το πρόβλημα το οποίον ετέθη από της Ελευθερίας ενώπιον των ιστορικών της αφυπνισθείσης Ελλάδος. Και το έργον υπερανθρωπότερον. Και ιδού αυτό.
***
Ιδού πώς εύρον την Ελληνικήν Ιστορίαν οι ελεύθεροι έλληνες ιστορικοί. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο μέγας χριστιανός Σουλτάνος της Ευρώπης, ο Πάπας, είχε γράψει την ιστορίαν μας, κατά το φανατικόν και πλαστογραφικόν σύστημα των ρασσοφορούντων λεγεώνων, κατά το σύστημα που έγραψεν και τας ιστορίας των ευρωπαϊκών εθνών, δια τον καθαρισμόν των οποίων εχρειάσθησαν επίσης υπεράνθρωποι αγώνες.
Η φαυλότατη κακουργοτάτη πλαστογραφία αυτή, εχρησίμευσεν ως βάσις εις όλας τας ευρωπαϊκάς ιστορίας περί ημών. Αφ’ ετέρου η ιστορία μας είναι η μακροτέρα όλων. Διότι, ενώ η Ευρώπη αριθμεί 10 αιώνων ενάρξεως πολιτισμού, ημείς έχομεν 30 και πλέον• ώστε ο ιστορικός του Έλληνος έχει να ερευνήσει από την αρχήν της ανθρωπότητος έως σήμερον. Η μακροτέρα όλων λοιπόν και η περιπλοκωτέρα. Διότι ο Έλλην Οδυσσεύς μεταμορφώνεται εξωτερικώς κατά πάσαν ιστορικήν εποχήν…
Ιδού πώς γράφουν την Ελληνικήν ιστορίαν οι Ευρωπαίοι ιστορικοί κατά γενικόν και απαράβατον κανόνα.
Αρχίζουν από την αρχήν, αρχίζουν όπως είναι δυνατόν να την φαντασθούν ξένοι, προχωρούν υμνούντες και δοξολογούντες, εκσπούν εις την τελείαν εποχήν, εις ύμνους ακατασχέτους, ενθουσιώδεις, φρενήρεις. Έπειτα συναντώντες τον Δημοσθένην, τόσον πολύ παλαβόνονται από την δύναμίν του, ώστε μεταβάλλονται όλοι εις Δημοσθένας και απολύονται εις ένα χείμαρρον μομφών, ύβρεων, μωρολογιών, μοιρολογημάτων. Και ό,τι έλεγεν ο Δημοσθένης εις τους συγχρόνους του και όπως ωμίλει ο Δημοσθένης -στενοκέφαλος τοπικιστής και σαν κάθε Έλληνα- ομίλουν δια κάθε εποχήν, εκείθεν και κάτω, μέχρι σήμερον, μέχρις ημών των τωρινών… Τίποτε και καμμία εποχή δεν ανθίσταται εις τον χείμαρρον αυτόν της κατηγορίας. Οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, σχεδόν όλοι, εντοπίζονται εις μίαν εποχήν. Άλλοι εις την αρχαίαν, άλλοι εις την Βυζαντινήν, άλλοι εις την Ρωμαϊκήν, άλλοι εις την Αλεξανδρινήν, άλλοι εις την τωρινήν. Και έχοντες ελαχίστην ή καμμίαν γνώσιν των άλλων εποχών, προσπαθούν να αναλύσουν την μίαν εκλεχθείσαν εποχήν, δια των στοιχείων τα οποία εσώθησαν.
Το αυτό σύστημα εφήρμοσαν φυσικά και εις την Ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων, ήτις διεπλάσθη με εντελεστάτην άγνοιαν των πραγμάτων, διεμορφώθη συμφώνως προς τας θεωρίας, τας εξελίξεις και τας αναπτύξεις των νέων Ευρωπαϊκών Κρατών-πράγματα όλα που δεν έχουν την παραμικροτέραν σχέσιν με τα ιδικά μας. Και όλοι οι Ευρωπαίοι ιστορικοί και άλλοι επιστήμονες, ομιλούντες περί ελληνικών πραγμάτων, ευρίσκονται εις πληρεστάτην, βαθυτάτην, εντελεστάτην άγνοιαν του Έλληνος ανθρώπου.
Επομένως, εάν ήθελε κανείς να σχηματίση μίαν ιδέαν περί ελληνικής ιστορίας, περί της ελληνικής φυλής και περί του Έλληνος, από όλας αυτάς τας ιστορίας -από τας οποίας κατά μέγιστον μέρος απεσταλάχθησαν και αι ιδικαί μας σύγχρονοι ιστορίαι, όπως το κάθε τι που έχομεν τώρα ή που λέγομεν περί παντός πράγματος, και ημών αυτών ακόμη- θα έβλεπεν ότι εις το σύνολον δεν υπάρχει πλέον μυθιστορική και καταπληκτική Μωρία.
Β’. Και ήτο απολύτως αδύνατον κατά φυσικόν λόγον να είναι τίποτε άλλο. Διότι όσον σοφοί, όσον μεγαλοφυείς και αν υποτεθούν οι Ευρωπαίοι, ευρεθέντες προ τόσον μακρού και σκοτεινού λαβυρίνθου, ακολουθούντες το σύστημα αυτό της τμηματικής ερεύνης, με ριζωμένας ιδέας ότι κάθε εποχή είναι άσχετος από την άλλην -αφού ο Έλλην, εχάθη εις την Αλεξανδρινήν εποχήν, εξερωμαΐσθη εις την Ρωμαϊκήν, εξεβαρβαρώθη και εξεπατώθη εις την Βυζαντινήν, είναι νέος άνθρωπος τώρα με νέαν γλώσσαν- και όντες άνθρωποι ξένοι, πολύ περισσότερον φιλόλογοι και δάσκαλοι και ελάχιστα περιηγηταί, επιστήμονες και πρακτικοί, είναι αληθώς θαύμα θαυμάτων, ότι χάρις εις την λατρείαν των, εις την φιλοπονίαν των, εις την σοφίαν των, εφώτισαν τόσα και τόσα και δεν έφθασαν εις πολύ γελοιωδέστερα αποτελέσματα όπως ήτο φυσικόν.
* * *
«Ημείς οι Έλληνες, αγνοούμεν την Ελλάδα και τον Έλληνα, περισσότερον κάθε Κίνας, κάθε Κινέζου… Όλαι μας λοιπόν αι ιδέαι, ο χωρισμός των Ιδανικών εις Αρχαϊσμόν και Κλεφτισμόν, όλη η παραφροσύνη του γλωσσικού ζητήματος, η κάθε άγνοια και η κάθε ξενομανία, η τελεία σύγχυσις και ανεμοζάλη κάθε ιδέας και κάθε πράγματος, εκεί έχει την αληθή πηγήν της…»
Αυτή είναι η θέσις των πραγμάτων την ώραν αυτήν. Και είναι αμέσως φανερόν ότι, αφού ούτε αυτήν την εσπεριοειδή ιστορίαν που έχομεν μελετούμεν, εις τι κατάστασιν ευρίσκονται αι ιδέαι μας περί ημών αυτών. Και τι χαλασμός κόσμου που γίνεται εις όλας μας τας σκέψεις και τα πράγματα. Και είναι αμέσως φανερόν ότι πάσα κίνησις ορθή ενός ελληνικού ζητήματος είναι πράγμα αδύνατον. Και είναι αμέσως φανερόν ότι πάσα σκέψις βάσιμος και λογική περί διευθύνσεως, διοικήσεως, νόμων, είναι λεπτομέρειαι χωρίς καμμίαν σημασίαν, και είναι αμέσως φανερόν ότι το ζητείν από τους πολιτικούς μας να μας φωτίσουν είναι άδικον και παράλογον και είναι καθαρώτατα, αφελέστατα και απλούστατα παιδαριωδώς γελοίον.
Ημείς οι Έλληνες, αγνοούμεν την Ελλάδα και τον Έλληνα, περισσότερον κάθε Κίνας, κάθε Κινέζου. Φανταζόμεθα τον εαυτόν μας και τον τόπο μας, από τα γράμματα που μας στέλλουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι μας αγνοούν εντελέστατα. Και εις την ιδικήν μας υπνοβατικήν κατάστασιν και εις την ιδικήν μας παραφροσύνην, προστίθενται και αι ευρωπαϊκαί εξωφρενικαί γνώμαι και συμβουλαί και μας αποτρελλαίνουν τελειωτικώς, χαπτόμεναι όπως χάπτεται η κάθε γνώμη του κάθε Δίτεριχ ή Μίντεριχ, του οποίου του καπνίζει να μας φωτίσει και μας συμβουλεύση και μας βάλη νόμον εις το σπίτι μας και μας οδηγήση εις τον δρόμον μας, σαν να είμεθα εμείς στραβοί και παραλυτικοί. Όλαι μας λοιπόν αι ιδέαι, ο χωρισμός των Ιδανικών εις Αρχαϊσμόν και Κλεφτισμόν, όλη η παραφροσύνη του γλωσσικού ζητήματος, η κάθε άγνοια και η κάθε ξενομανία, η τελεία σύγχυσις και ανεμοζάλη κάθε ιδέας και κάθε πράγματος, εκεί έχει την αληθή πηγήν της.
* * *
Πρέπει λοιπόν να τεθή, πρώτον ένας φραγμός και δεύτερον να ευρεθή ένα μέτρον κρίσεως της ξένης και της ιδικής μας παραφροσύνης. Ένα θεμέλιον νέας οριστικής ζητήσεως. Και ο φραγμός αυτός και το μέτρον αυτό και το θεμέλιον αυτό είναι.
1. “Είναι εντελώς αδύνατον να ερευνηθή ορθώς και μελετηθή λογικώς μία οιαδήποτε ελληνική εποχή, εάν ο θέλων να μελετήση αυτήν, δεν έχει ενώπιον των οφθαλμών του όλας τα άλλας εποχάς και πρωτίστως την τωρινήν”.
Πάσα γνώμη και πάσα σκέψις οιουδήποτε ιδικού μας ή ξένου σοφού, κάθε βιβλίον το οποίον εις κάθε γραμμήν, δεν παρουσιάζει την ομοίαν αυτήν γνώσιν και δεν συσχετίζει εις κάθε γραμμήν αποδείξεις μιας γνώμης, δεν πρέπει να έχη καμμίαν ουσιαστικήν αξίαν• δύναται να περιέχη θαυμασίαν ύλην και μεγαλοφυείς παρατηρήσεις, είναι μόνο χρήσιμον ως υλικόν και τα συμπεράσματά του δεν έχουν καμμίαν αξίαν.
2. “Είναι εντελώς, αδύνατον, να εννοηθή εντελώς και εξηγηθή ορθώς, ένα οιονδήποτε ελληνικόν ζήτημα, ολόκληρος η ελληνική ιστορία, άνευ της βαθυτάτης γνώσεως του τωρινού Έλληνος”.
Πάσα σκέψις, γνώμη, ζήτησις ιδικού μας ή ξένου σοφού, είτε περί των Μυθολογικών χρόνων μας είτε περί των τωρινών, από την μίαν άκραν της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι της άλλης εις οιονδήποτε ζήτημα, είτε παρελθόν, είτε τωρινόν δύναται να είναι περίφημον ως υλικόν άλλα δεν έχει καμμίαν αξίαν και δεν πρέπει να κάμνη καμμίαν εντύπωσιν, διότι όλα του τα συμπεράσματα δεν έχουν καμμίαν θετικήν βάσιν, είναι μόνον χρονογραφική εργασία, ενόσω δεν παρουσιάζουν την γνώσιν του τωρινού Έλληνος• και ο τωρινός Έλλην είναι άγνωστος εις τους ξένους.
Και όσον αφορά τους Ευρωπαίους τους οιουσδήποτε, έστω και ακαδημαϊκούς, ένας Έλλην έχει το θάρρος να τους ειπή, ότι είναι απρεπές και αδικαιολόγητον, ενώ τοιούτον βαθύ επιστημονικόν πνεύμα βασιλεύει εις την Ευρώπη, εις κάθε ζήτησιν, να εφαρμόζωνται εις την ελληνικήν ζήτησιν κατ’ εξαίρεσιν μοναδικήν, τόσον παιδαριωδώς επιπόλαια συστήματα, και να επιδεικνύεται τοιαύτη τόλμη πεποιθήσεως και συμπερασμάτων, επί πραγμάτων τόσον μακρυνών και αγνώστων.»
Συμπλήρωμα για ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Κωστής Παλαμάς:
Πάει κι ο Αντίνοος έφηβος κι ο πιο λαμπρός που ζούσε
με το όραμα ημερόφαντον ανάστασης ως πέρα
μιας ομορφιάς ελλήνισσας απάνου από τα λόγια
και που γοργά τη ζήση του που ζούσε ανάμεσά μας,
και ξαφνικά, την τράβηξε μες από μας και φεύγει.
Σικελιανός «Απολλώνιος Θρήνος»:
Κλάψτε τον ώριο Ιππόλυτον! Ω νιάτα,
που κρατάτε καθάρια μιαν Ελλάδα σκαλισμένη
στα μάρμαρα, ή της Πάρου
ή της Πεντέλης, στης γυμνής Αθήνας
το φως, ή μες στης πλούσιας Ολυμπίας
τα νερά και τα δέντρα, εδώ ζυγώστε.
Μιλτιάδης Μαλακάσης «Μνημόσυνο στον Περικλή Γιαννόπου¬λο»:
Τώρα σ’ ευλάβεια μνήμη, ω Απολλώνιε ζήσε,
Νέος μαζί κι αρχαίος -μια λύπη, μια χαρά-
Σαν απ’ τον Πραξιτέλη μαρμάρινος να είσαι
Και σαν ζωγραφισμένος απ’ τον Αη-Γκανταρά.
Ίων Δραγούμης:
Είναι όμορφη η Αττική νύχτα μα δεν είναι ο Γιαννόπουλος εδώ να την ιδεί, λάμπουν μάταια τα άστρα, μάταια ευωδιάζουν οι πορτοκα¬λιές του κήπου, και το αηδόνι μάταια τραγουδεί. [...] Και τα δειλι¬νά, η θλίψη της ομορφιάς των χρωμάτων με πιάνει στο λαιμό, με πνί¬γει. Γιατί χάθηκε; Γιατί δεν τα βλέπει πια; Τι λόγο έχουν και υπάρ¬χουν τα πράγματα που αγάπησε αυτός, αφού αυτός που τ’ αγάπησε δεν είναι πια εδώ να τα ιδεί; Τι λάμπει το άστρο άσκοπα; Τι φέγγει το φεγγάρι; Τι καίει ο ήλιος; Τι φυσάει τ’ αεράκι τα μεσημέρια; Και βιάζομαι, βιάζομαι τρομερά για να φύγω κ’ εγώ εκεί που πήγε κεί¬νος να κατοικήσει. Μ’ αρέσει ο θάνατος, τον ερωτεύομαι. Τόσο τον αγαπώ που όλα τ’ άλλα μου φαίνονται σαχλά και ανούσια και μέ¬τρια, οι άνθρωποι και τα μικροσυμφέροντά τους και τα μικροκαμώματά τους και όλη τους η μικρότητα και φρονιμάδα. Βία τρελλή με παίρνει κατά το θάνατο. Πότε να τελειώσω τις δουλειές μου όλες, όσες ανάγκασα τον εαυτό μου να φορτωθεί; Πότε να τελειώσω για να φύγω; Τι όμορφος που είναι ο θάνατος! Πώς με τραβά! Αισθάνο¬μαι αηδία για τα πράματα της ζωής. Και όμως την αηδία αυτή θέλω να νικήσω. Θέλω να ζήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου